Μετάφραση του "insole" σε Ελληνικά

Οι πάτος, μετζεσόλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "insole" σε Ελληνικά.

insole noun γραμματική

The inside sole of a shoe or other footwear [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πάτος

    noun

    There was a linear wear pattern on both the leather insoles of the groom's shoes.

    Υπήρχε ένα γραμμικό μοτίβο και στους δύο δερμάτινους πάτους των παπουτσιών του γαμπρού.

  • μετζεσόλα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " insole " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "insole"

Φράσεις παρόμοιες με "insole" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ιταμώς
  • Ηλιακή ακτινοβολία
  • αδιάντροπος · αλαζονικός · αναιδής · αυθάδης · θρασύς · ιταμός
  • αναίδεια · αυθάδεια
  • ηλιασμός · ηλιοφάνεια
  • αδιάντροπος · αλαζονικός · αναιδής · αυθάδης · θρασύς · ιταμός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "insole" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη