Μετάφραση του "inspiration" σε Ελληνικά

Οι έμπνευση, εισπνοή, πνοή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inspiration" σε Ελληνικά.

inspiration noun γραμματική

The act of inspiring or breathing in. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έμπνευση

    noun feminine

    stimulating influence upon the intellect or emotions

    If he's getting these readings on the web, his next inspiration could come from anywhere.

    Αν παίρνει τέτοια ερεθίσματα από το διαδίκτυο, η επόμενη έμπνευση του μπορεί να προέλθει από παντού.

  • εισπνοή

    noun feminine

    physiology: drawing of air

  • πνοή

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αναπνοή
    • οίστρος
    • αγιάζι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inspiration " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "inspiration" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αφορμώμενος από · εμπνευσμένος από · ορμώμενος από
  • εμψυχωτικός
  • εμπνευσμένος λόγος
  • εμπνευσμένος · θεόπνευστος
  • εμπνευσμένος από τον Θεό · θεόπνευστος
  • -ιστικός · -πνευστος · έμπνευσης · εμπνευσμένος από · εμπνεόμενος από · με υπόδειξη [+Γεν.] · που εμπνέεται από · που προκάλεσε ο, η, το · υποκινούμενος από
  • θεόπνευστος · με την επιφοίτηση τού Αγίου Πνεύματος
  • θεόπνευστος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inspiration" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη