Μετάφραση του "instant" σε Ελληνικά

Οι στιγμή, στιγμιαίος, άμεσος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "instant" σε Ελληνικά.

instant adjective noun adverb γραμματική

Of the current month (abbreviation inst.) [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στιγμή

    noun feminine

    point in time [..]

    My crime is that for one instant, I doubted him.

    Το έγκλημά μου είναι που για μια στιγμή τον αμφισβήτησα.

  • στιγμιαίος

    adjective

    It better be instant coffee or I'm ordering a new lawyer.

    Ελπίζω να είναι στιγμιαίος, αλλιώς παραγγέλνω άλλο δικηγόρο.

  • άμεσος

    adjective masculine

    You're feeling good, you can clean up your life, instant respectability.

    Αισθάνεσαι ωραία, μπορείς να καθαρίσεις τη ζωή σου, άμεσος σεβασμός.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παρών
    • επείγων
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " instant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "instant"

Φράσεις παρόμοιες με "instant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "instant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη