Μετάφραση του "instantly" σε Ελληνικά
Οι αμέσως, αστραπιαία, ακαριαία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "instantly" σε Ελληνικά.
instantly
adverb
γραμματική
At once; without delay. [..]
-
αμέσως
adverbIn an immediate manner; instantly or without delay.
Tregennis disappeared then almost instantly some other person affected the card players.
Tregennis εξαφανίστηκε τότε σχεδόν αμέσως κάποιο άλλο άτομο που έχει προσβληθεί τους παίκτες κάρτα.
-
αστραπιαία
-
ακαριαία
The slightest impact was sufficient to instantly reduce them to antimatter.
Mια ελάχιστη σύγκρουση τους μετέτρεψε ακαριαία σε αvτιΰλη.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ευθύς
- αυτοστιγμεί
- στιγμιαία
- πάραυτα
- επιτόπου
- παραχρήμα
- την ίδια στιγμή
- χωρίς καθυστέρηση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " instantly " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "instantly" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Προσπαθούσα να μην περιπλέξω αμέσως τα πράγματα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη