Μετάφραση του "instructive" σε Ελληνικά

Οι διδακτικός, εκπαιδευτικός, μορφωτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "instructive" σε Ελληνικά.

instructive adjective noun γραμματική

conveying knowledge, information or instruction. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διδακτικός

    Adjective

    The consistency of the answers I received from those faithful women was both instructive and alarming.

    Η συνέπεια των ερωτήσεων που λάμβανα από εκείνες τις πιστές γυναίκες ήταν διδακτική αλλά και ανησυχητική.

  • εκπαιδευτικός

    adjective noun

    Thereafter, the attic was adapted for business purposes (the dormer windows, vestibule, bathroom and toilet being retained) and used as an office and instruction area.

    Στη συνέχεια, διαμορφώθηκε για να υπηρετήσει επαγγελματικούς σκοπούς και χρησιμοποιήθηκε ως γραφείο και εκπαιδευτικός χώρος. Οι φεγγίτες, ο προθάλαμος, το λουτρό και η τουαλέτα διατηρήθηκαν.

  • μορφωτικός

    adjective

    I would say, overall, the experience was instructive.

    Θέλω να πω, συνολικά, η εμπειρία ήταν μορφωτική.

  • κατατοπιστικός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " instructive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "instructive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "instructive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη