Μετάφραση του "instrumentalist" σε Ελληνικά
Οι οργανοπαίκτης, μουσικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "instrumentalist" σε Ελληνικά.
instrumentalist
noun
γραμματική
One who plays upon an instrument of music, as distinguished from a vocalist [..]
-
οργανοπαίκτης
nounA person who plays a musical instrument. [..]
-
μουσικός
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " instrumentalist " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη