Μετάφραση του "insulation" σε Ελληνικά
Οι μόνωση, απομόνωση, ηλίαση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "insulation" σε Ελληνικά.
insulation
noun
γραμματική
The act of insulating, or the state of being insulated; detachment from other objects; isolation. [..]
-
μόνωση
noun femininea medium in which it is possible to maintain an electrical field with little supply of energy from additional sources [..]
Vacuum insulated tanks need not have an opening for inspection.
Δεξαμενές με μόνωση κενού δεν χρειάζεται να έχουν άνοιγμα για επιθεώρηση.
-
απομόνωση
nounAnd insulation in this 20th century is no crime.
Και η απομόνωση στον 20o αιώνα δεν είναι έγκλημα.
-
ηλίαση
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " insulation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "insulation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μετάλλου-Μονωτικού-Ημιαγωγού
-
διάσπαση μόνωσης
-
μονωτικό κάλυμμα
-
διπλή μόνωση
-
Μονωμένος με βουλκανισμένο λάστιχο
-
Μονωμένο μαχαίρι ηλεκτρολόγου απογύμνωσης
-
Μονώνω, απομονώνω
-
Βασικό επίπεδο μόνωσης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη