Μετάφραση του "insured" σε Ελληνικά

Οι ασφαλισμένος, ασφαλισμένο, ασφαλιζόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "insured" σε Ελληνικά.

insured adjective noun verb γραμματική

Covered by an insurance policy. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασφαλισμένος

    You see, we thought that Mr Lugosi was insured through his union.

    Βλέπετε νομίζαμε ότι ο κύριος Lugosi ήταν ασφαλισμένος στο δωμάτιο του.

  • ασφαλισμένο

    It would appear that the Lithuanian registered vehicle was not insured at the time of the accident.

    Κατά τον χρόνο του ατυχήματος, το λιθουανικό όχημα δεν ήταν ασφαλισμένο.

  • ασφαλιζόμενος

    Here insurer and policyholder may choose the law applicable.

    Στην περίπτωση αυτή, ο ασφαλιστής και ο ασφαλιζόμενος μπορούν να επιλέξουν το εφαρμοστέο δίκαιο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " insured " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "insured" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "insured" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη