Μετάφραση του "integrate" σε Ελληνικά

Οι ολοκληρώνω, εντάσσω, ενσωματώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "integrate" σε Ελληνικά.

integrate verb γραμματική

To form into one whole; to make entire; to complete; to renew; to restore; to perfect. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ολοκληρώνω

    verb

    A successful sustainability policy must also be vertically integrated.

    Μια επιτυχής πολιτική βιωσιμότητας πρέπει επίσης να είναι κάθετα ολοκληρωμένη.

  • εντάσσω

    verb

    There is a tendency for as many of such children as possible to be integrated into mainstream schools.

    Υπάρχει η τάση να εντάσσονται όσο το δυνατόν περισσότερα τέτοια παιδιά σε κανονικά σχολεία.

  • ενσωματώνω

    verb

    In the interests of clarity and rationalisation, the relevant provisions should be integrated into the same act.

    Για λόγους σαφήνειας και εξορθολογισμού, οι σχετικές διατάξεις θα πρέπει να ενσωματωθούν στην ίδια πράξη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ενοποιώ
    • συνενώνω
    • συγκλίνω
    • συγχωνεύομαι
    • ακέραιος
    • ολοκληρώνω, ενσωματώνω, ενοποιώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " integrate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "integrate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "integrate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη