Μετάφραση του "integration" σε Ελληνικά

Οι ολοκλήρωση, ενσωμάτωση, ολοκλήρωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "integration" σε Ελληνικά.

integration noun γραμματική

The act or process of making whole or entire. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ολοκλήρωση

    noun feminine

    in analysis [..]

    Political parties at European level are important as a factor for integration within the Union.

    Τα πολιτικά κόμματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την ολοκλήρωση στα πλαίσια της Ένωσης.

  • ενσωμάτωση

    noun feminine

    It is expected to promote social and economic integration especially for young skilled workers.

    Αναμένεται να προωθήσει την κοινωνική και οικονομική ενσωμάτωση, ειδικά για τους νέους ειδικευμένους εργαζόμενους.

  • ολοκλήρωμα

    neuter

    The average concentration of the measured hydrocarbons shall be determined by integration.

    Η μέση συγκέντρωση των μετρώμενων υδρογονανθράκων προσδιορίζεται με ολοκλήρωμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ένταξη
    • ενοποίηση
    • συγχώνευση
    • συνένωση
    • σύγκλιση
    • ολοκλήρωση, ενοποίηση, ενσωμάτωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " integration " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "integration" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "integration" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη