Μετάφραση του "intellect" σε Ελληνικά

Οι διάνοια, μυαλό, νοημοσύνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intellect" σε Ελληνικά.

intellect noun γραμματική

the faculty of thinking, judging, abstract reasoning, and conceptual understanding (uncountable) [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάνοια

    noun feminine

    The ability for rational thought.

    Another small step in my evolution toward becoming the ultimate intellect.

    άλλο ένα βήμα στο δρόμο μου για να γίνω η απόλυτη διάνοια.

  • μυαλό

    noun neuter

    The ability for rational thought.

    Mary, it takes more than intellect to be a musician.

    Μαίρη, δεν θέλει μόνο μυαλό, για να'σαι μουσικός.

  • νοημοσύνη

    noun feminine

    It takes a keen intellect to play chess.

    Χρειάζεται να έχεις υψηλή νοημοσύνη για να παίξεις σκάκι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ευφυΐα
    • νους
    • νόηση
    • διανοούμενος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intellect " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "intellect" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διανοητικός · νοητικός
  • έντονη σκέψη · διανόηση · νόηση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intellect" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη