Μετάφραση του "intelligence" σε Ελληνικά

Οι νοημοσύνη, πληροφορία, ευφυΐα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intelligence" σε Ελληνικά.

intelligence noun γραμματική

(uncountable) Capacity of mind, especially to understand principles, truths, facts or meanings, acquire knowledge, and apply it to practice; the ability to learn and comprehend. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • νοημοσύνη

    noun feminine

    capacity of mind

    AI stands for artificial intelligence.

    ΤΝ σημαίνει Τεχνητή Νοημοσύνη.

  • πληροφορία

    noun feminine

    information about the enemy

    There's a difference between intelligence and actionable intelligence.

    Υπάρχει μια διαφορά μεταξύ της πληροφορίας και της χρήσιμης πληροφορίας.

  • ευφυΐα

    noun feminine

    entity that has such capacities [..]

    So, it's not just raw intelligence we're talking about?

    'ρα δεν μιλάμε απλά και μόνο για ευφυΐα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εξυπνάδα
    • υπηρεσία πληροφοριών
    • είδηση
    • κατασκοπία
    • νοήμων
    • ευστροφία
    • πληροφορίες
    • νέα
    • Ευφυΐα
    • ευφυϊα
    • ειδήσεις
    • μαντάτα
    • μήνυμα
    • αγγελία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intelligence " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Intelligence
+ Προσθήκη

"Intelligence" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Intelligence στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "intelligence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intelligence" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη