Μετάφραση του "intensifying" σε Ελληνικά

Το εντείνοντας είναι η μετάφραση του "intensifying" σε Ελληνικά.

intensifying adjective verb

Present participle of intensify. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εντείνοντας

    particle

    They did so by intensifying their Kingdom-preaching work.

    Το έκαναν αυτό εντείνοντας τη δράση τους στο έργο κηρύγματος της Βασιλείας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intensifying " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "intensifying" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αυξάνω · βαθαίνω · εντατικοποιώ · εντείνω · επιτείνω
  • εντεινόμενος
  • εντείνω τις πιέσεις σε (κπ για κτ) · σφίγγω τον κλοιό γύρω από
  • αυξάνω · βαθαίνω · εντατικοποιώ · εντείνω · επιτείνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intensifying" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη