Μετάφραση του "intercessor" σε Ελληνικά

Οι μεσίτης, μεσάζοντας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intercessor" σε Ελληνικά.

intercessor noun γραμματική

A person who intercedes; a mediator [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεσίτης

    Noun
  • μεσάζοντας

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intercessor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intercessor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη