Μετάφραση του "interest" σε Ελληνικά
Οι ενδιαφέρον, τόκος, συμφέρον είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interest" σε Ελληνικά.
(uncountable) (finance) The price paid for obtaining, or price received for providing, money or goods in a credit transaction, calculated as a fraction of the amount or value of what was borrowed. [from earlier 16th c.] [..]
-
ενδιαφέρον
noun neutergreat attention and concern from someone [..]
The book that I read yesterday was very interesting.
Το βιβλίο που διάβασα χθες ήταν πολύ ενδιαφέρον.
-
τόκος
noun masculinethe price of credit [..]
Those dispositions applied mutatis mutandis to claims for interest under public law.
Οι εν λόγω διατάξεις εφαρμόζονταν αναλόγως και για αξιώσεις περί καταβολής τόκων βάσει διατάξεων του δημοσίου δικαίου.
-
συμφέρον
noun neuterinvolvement in or link with financial, business, or other undertaking [..]
Effective mechanisms should therefore be set up to prevent, identify and remedy conflicts of interest.
Συνεπώς, πρέπει να θεσπιστούν αποτελεσματικοί μηχανισμοί για την πρόληψη, τον εντοπισμό και την επίλυση τυχόν συγκρούσεων συμφερόντων.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ενδιαφέρω
- επιτόκιο
- δικαίωμα
- ασχολία
- ιντερέσο
- ενδιαφέροντα
- περιέργεια
- τοκομερίδιο
- ενδιαφέρομαι
- κινώ το ενδιαφέρον
- νιτερέσο
- Τόκος
- αφορώ
- ομάδα
- μερίδιο
- μέρισμα
- ενασχόληση
- νοιάζω
- απασχόληση
- νομή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " interest " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Τόκος
Interest income and expenses by instrument and counterparty sector
Έσοδα και έξοδα από τόκους ανά μέσο και τομέα αντισυμβαλλομένου
Φράσεις παρόμοιες με "interest" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
οικονομικά συμφέροντα των μελών
-
ιδιοτελής
-
Επιτόκιο · επιτόκιο
-
προκαλώ το ενδιαφέρον, τραβώ το ενδιαφέρον
-
Δεν παίρνεις μεγάλο τόκο για τα χρήματά σου τη σήμερον ημέρα
-
σχέδιο κοινοτικού ενδιαφέροντος
-
επιτόκιο
-
επιτοκιακός κίνδυνος