Μετάφραση του "interference" σε Ελληνικά

Οι ανάμειξη, επέμβαση, παρεμβολή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interference" σε Ελληνικά.

interference noun γραμματική

The act of interfering with something, or something that interferes. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανάμειξη

    noun feminine

    It is certainly not a question of interference.

    Εδώ δεν μπορεί επ' ουδενί να γίνει λόγος για ανάμειξη σε εσωτερικά ζητήματα.

  • επέμβαση

    noun feminine

    It shall be prohibited to destroy, damage, render inoperative or otherwise interfere with the satellite tracking device.

    Απαγορεύεται η καταστροφή, βλάβη, διακοπή λειτουργίας της συσκευής δορυφορικού εντοπισμού ή η με κάθε τρόπο επέμβαση σε αυτήν.

  • παρεμβολή

    noun

    There was some weird magnetic interference that knocked the station off the air.

    Έγινε κάποια περίεργη μαγνητική παρεμβολή που έκοψε τον σταθμό απ'τον αέρα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανάμιξη
    • συμβολή
    • παρέμβαση
    • εμπόδιο
    • κώλυμα
    • Συμβολή
    • επιβάρυνση
    • τροχοπέδη
    • δυσαρμονία
    • κωλισιεργία
    • κακοφωνία
    • παραφωνία
    • επέμβαση στα εσωτερικά μιας χώρας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " interference " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Interference
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Παρεμβολή

    (31)Interference with property rights should not be disproportionate.

    (31)Η παρεμβολή στα δικαιώματα ιδιοκτησίας δεν θα πρέπει να είναι δυσανάλογη.

Φράσεις παρόμοιες με "interference" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "interference" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη