Μετάφραση του "intern" σε Ελληνικά
Οι φυλακίζω, κρατώ, ειδικευόμενη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intern" σε Ελληνικά.
intern
adjective
verb
noun
γραμματική
(transitive) To imprison somebody, usually without trial. [..]
-
φυλακίζω
verbThey are interned in a prisoner of war camp.
Βρίσκονται φυλακισμένοι σε στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου.
-
κρατώ
verbHe looked like President What's-His-Name probably did when he found out that intern kept that dress.
Ήταν σαν τη φάτσα εκείνου του Προέδρου, όταν έμαθε πως εκείνη η ειδικευόμενη κράτησε το φόρεμα.
-
ειδικευόμενη
feminineSo I'm guessing your intern didn't like finding out she was wrong about the tumor.
Φαντάζομαι πως στην ειδικευόμενη σου δεν άρεσε που δεν υπήρχε όγκος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ασκούμενος, -η, -ο
- ειδικευόμενος γιατρός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " intern " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "intern" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Διεθνές κέντρο δοκιμών και συντήρησης
-
Κωδικός διεθνούς πρόσβασης
-
Διεθνής ομοσπονδία δρόμων
-
Διεθνείς εμπορικοί όροι
-
ΔΝΤ · Διεθνές Νομισματικό Ταμείο
-
ενεργή εσωτερική αντίσταση
-
Διεθνείς κινητές τηλεπικοινωνίες-2000
-
Διεθνής ηλεκτροτεχνική επιτροπή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη