Μετάφραση του "internally" σε Ελληνικά
Οι μέσα, εσωτερικά, εσωτερικώς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "internally" σε Ελληνικά.
In an internal manner; interiorly; within or inside of external limits; in an inner part or situation. [..]
-
μέσα
adverbRelates to international transportation on rivers, canals and lakes.
Αφορούν τις διεθνείς μεταφορές μέσω ποταμών, διωρύγων και λιμνών.
-
εσωτερικά
adverbMonitoring the internal markets in electricity and natural gas and reporting regularly on findings.
Παρακολούθηση των εσωτερικών αγορών ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου και τακτική υποβολή εκθέσεων σχετικά με τα πορίσματα.
-
εσωτερικώς
Such expenditure is often described as contributing to internally generated goodwill.
Τέτοιες δαπάνες περιγράφονται συχνά ως συμβάλλουσες σε εσωτερικώς δημιουργούμενη υπεραξία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " internally " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "internally" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Διεθνές κέντρο δοκιμών και συντήρησης
-
Κωδικός διεθνούς πρόσβασης
-
Διεθνής ομοσπονδία δρόμων
-
Διεθνείς εμπορικοί όροι
-
ΔΝΤ · Διεθνές Νομισματικό Ταμείο
-
ενεργή εσωτερική αντίσταση
-
Διεθνείς κινητές τηλεπικοινωνίες-2000
-
Διεθνής ηλεκτροτεχνική επιτροπή