Μετάφραση του "interrelate" σε Ελληνικά
Οι σχετίζομαι, συσχετίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interrelate" σε Ελληνικά.
interrelate
verb
γραμματική
To form relationships between multiple things [..]
-
σχετίζομαι
verb -
συσχετίζω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " interrelate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "interrelate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αλληλένδετος · συγγενικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη