Μετάφραση του "interrupt" σε Ελληνικά
Οι διακόπτω, διακοπή, εμποδίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interrupt" σε Ελληνικά.
interrupt
verb
noun
γραμματική
to disturb or halt an ongoing process or action by interfering suddenly. [..]
-
διακόπτω
verbto disturb or halt an ongoing process or action
He interrupted your sentence.
Αυτός διέκοψε την πρότασή σου.
-
διακοπή
noun feminineAn event that causes a computer to temporarily cease [..]
The limitation period shall start again following each interrupting act.
Η προθεσμία παραγραφής αρχίζει και πάλι να τρέχει μετά από κάθε διακοπή της.
-
εμποδίζω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- παρεμποδίζω
- διαλύω
- παρακωλύω
- τερματίζω πρόωρα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " interrupt " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Interrupt
-
Διακόπτω
He interrupted your sentence.
Αυτός διέκοψε την πρότασή σου.
Φράσεις παρόμοιες με "interrupt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διακοπή τάσης
-
κυκλώματος γείωσης
-
διάλειμμα · διακοπή · ενόχληση · παρέμβαση · παρεμβολή
-
προγραμματιζόμενος ελεγκτής διακοπών συστήματος
-
Προηγμένος προγραμματιζόμενος ελεγκτής διακοπών
-
Ανιχνευτής-διακόπτης, ρεύματος διαρροής
-
Διακοπή μόνο για επείγοντα θέματα
-
αίτηση διακοπής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη