Μετάφραση του "intervention" σε Ελληνικά

Οι παρέμβαση, επέμβαση, μεσολάβηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intervention" σε Ελληνικά.

intervention noun γραμματική

The action of intervening; interfering in some course of events. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρέμβαση

    noun feminine

    act of intervening

    Any intervention in relation to a public service obligation should remain proportionate to the aim pursued.

    Οποιαδήποτε παρέμβαση για υποχρέωση παροχής δημόσιας υπηρεσίας θα πρέπει να παραμένει ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο στόχο.

  • επέμβαση

    noun feminine

    ανάμειξη

    Crisis intervention and suicide prevention require easily accessible, specialist services.

    Η άμεση επέμβαση και η πρόληψη των αυτοκτονιών απαιτούν εύκολα προσβάσιμες, εξειδικευμένες υπηρεσίες.

  • μεσολάβηση

    noun

    Through prayer, through moments of silence we ask for forgiveness, for intervention.

    Με τις προσευχές και με τη σιωπή ζητούμε συγχώρεση και μεσολάβηση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θεραπεία
    • επέμβαση στα εσωτερικά μιας χώρας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intervention " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Intervention
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Παρέμβαση

    Intervention on the Community market in order to absorb surpluses is not the aim of food aid.

    Ο σκοπός της επισιτιστικής βοήθειας δεν είναι η παρέμβαση στην κοινοτική αγορά προκειμένου να απορροφηθούν τα πλεονάσματα.

Φράσεις παρόμοιες με "intervention" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intervention" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη