Μετάφραση του "inventory" σε Ελληνικά

Οι απογραφή, κατάλογος, απολογισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inventory" σε Ελληνικά.

inventory verb noun γραμματική

(operations) The stock of an item on hand at a particular location or business [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απογραφή

    noun feminine

    A detailed list of articles, goods, property, etc.

    We request the Commission to get actively involved in this inventory.

    Ζητούμε από την Επιτροπή να εμπλακεί ενεργά σε αυτήν την απογραφή.

  • κατάλογος

    noun masculine

    A detailed list of articles, goods, property, etc.

    Examination of this information shows that Romania has compiled the inventory.

    Από την εξέταση των πληροφοριών αυτών διαπιστώνεται ότι η Ρουμανία συνέταξε τον κατάλογο απογραφής.

  • απολογισμός

    Noun
  • απόθεμα

    noun neuter

    A list of software and hardware for each client in a site.

    The quantity of nuclear material involved is to be subtracted from the inventory of the material balance area.

    Η περιεχόμενη ποσότητα πυρηνικών υλικών θα αφαιρείται από το απόθεμα της ζώνης ισολογισμού υλικών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inventory " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Inventory
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Απογραφή

    Inventory of main wine grape varieties

    Απογραφή κύριων οινοποιήσιμων ποικιλιών αμπέλου

Φράσεις παρόμοιες με "inventory" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inventory" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη