Μετάφραση του "invest" σε Ελληνικά
Οι επενδύω, τοποθετώ, περιβάλλω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "invest" σε Ελληνικά.
(dated) To clothe or wrap (with garments). [..]
-
επενδύω
verbI stopped being emotionally invested in your girlfriends after you dumped that darling Lizzie in eleventh grade.
Σταμάτησα να επενδύω συναίσθημα σε φιλενάδες σου από τότε που παράτησες την αξιαγάπητη Λίζι στη δευτέρα λυκείου.
-
τοποθετώ
verbWith the agreement of its clients, it invests those sums for its own account with financial institutions.
Με τη σύμφωνη γνώμη των πελατών της, τοποθετεί τα ποσά αυτά, για ίδιο λογαριασμό, σε χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.
-
περιβάλλω
verbInstitutional capacity has also been strengthened and environmental investments increased.
Έχει επίσης ενισχυθεί το θεσμικό πλαίσιο και έχουν αυξηθεί οι επενδύσεις στο περιβάλλον.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- βάζω
- ενδύω
- εντοπίζω
- παρέχω ισχύ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " invest " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "invest" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επενδύσεις τού δημόσιου τομέα
-
(προσδίδω) δίνω [+επίθετο] χαρακτήρα σε · προσδίδω σε κτ έναν [+επίθ.] χαρακτήρα
-
Οργανισμός Πολυμερούς Ασφάλισης Επενδύσεων
-
επενδυτικές πιστώσεις
-
επένδυση σε περιφερειακό επίπεδο
-
Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων
-
Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων
-
επένδυση για τον έλεγχο της ρύπανσης