Μετάφραση του "inviolate" σε Ελληνικά
Οι απαραβίαστος, άθικτος, αβλαβής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inviolate" σε Ελληνικά.
inviolate
adjective
γραμματική
Not violated; free from violation or hurt of any kind; secure against violation or impairment. [..]
-
απαραβίαστος
AdjectiveThe private and family life of the individual is inviolable .
Η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστος.
-
άθικτος
adjective -
αβλαβής
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- απείραχτος
- αβεβήλωτος
- απρόσβλητος
- ασύλητος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inviolate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "inviolate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι απαραβίαστη
-
αβέβηλος · αβεβήλωτος · απαράβατος · απαραβίαστος · ιερός
-
αβεβήλωτο · απαράβατο · απαραβίαστο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη