Μετάφραση του "invoicing" σε Ελληνικά

Το τιμολόγηση είναι η μετάφραση του "invoicing" σε Ελληνικά.

invoicing verb

Present participle of invoice. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τιμολόγηση

    In this function, they take care of order processing, invoicing and collecting payments.

    Στην περίπτωση αυτή, φροντίζουν για την εκτέλεση των παραγγελιών, την τιμολόγηση και την είσπραξη των πληρωμών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " invoicing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "invoicing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "invoicing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη