Μετάφραση του "ironic" σε Ελληνικά

Οι ειρωνικός, χλευαστικός, σαρκαστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ironic" σε Ελληνικά.

ironic adjective γραμματική

Both coincidental and contradictory in a humorous or poignant and very improbable way. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ειρωνικός

    adjective masculine

    characterized by irony

    We were talking about how we hate it when guys send flowers, so this is him being ironic.

    Λέγαμε για το πως το μισούμε όταν οι άντρες στέλνουν λουλούδια, οπότε έτσι γίνεται απλά ειρωνικός.

  • χλευαστικός

    Adjective
  • σαρκαστικός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ironic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ironic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Σίδερο · αλυσοδένω · ισχυρός · πυροσφραγίδα · σίδερο · σίδερο σιδερώματος · σίδηρος · σιδερένιος · σιδερός · σιδερώνω · σιδηρούς · σκληρός · τοποθετώ σιδερένια εξαρτήματα
  • σίδερο
  • Χυτοσίδηρος · μαντέμι · μαντεμένιος · χυτοσίδηρος
  • ειρωνικός
  • σιδηρούν παραπέτασμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ironic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη