Μετάφραση του "irrigable" σε Ελληνικά
Το αρδεύσιμος είναι η μετάφραση του "irrigable" σε Ελληνικά.
irrigable
adjective
Able to be irrigated. [..]
-
αρδεύσιμος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " irrigable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "irrigable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αρδευτική τάφρος · αρδευτικό αυλάκι
-
αρδευτική καλλιέργεια
-
Άρδευση · άρδευση · καταιονισμός · πλύση · πότισμα
-
· αρδεύω · καταιονίζω · καταιονώ · μουσκεύω · πλένω · ποτίζω
-
θύρα καταιόνησης
-
αρδευτικό φράγμα
-
αρδευτική καλλιέργεια
-
άρδευση στάγδην
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη