Μετάφραση του "irruption" σε Ελληνικά

Οι εισβολή, επιδρομή, ξέσπασμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "irruption" σε Ελληνικά.

irruption noun γραμματική

The action of irrupting or breaking into; a violent entry or invasion; an inbreaking; an intrusion. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εισβολή

    noun feminine

    action of irrupting

    Madness is an irruption of the dreams in reality.

    Η τρέλα είναι εισβολή των ονείρων στην πραγματικότητα.

  • επιδρομή

    noun feminine

    action of irrupting

  • ξέσπασμα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " irruption " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "irruption" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη