Μετάφραση του "isolation" σε Ελληνικά
Οι απομόνωση, καραντίνα, απονόνωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "isolation" σε Ελληνικά.
isolation
noun
γραμματική
(chiefly uncountable) The state of being isolated, detached, or separated. [..]
-
απομόνωση
noun femininemedicine: separation of a patient from others [..]
They were beaten by the police, and they remained in isolation.
Ξυλοκοπήθηκαν από την αστυνομία και παρέμειναν στην απομόνωση.
-
καραντίνα
femininemedicine: separation of a patient from others
I'm surprised they haven't put you in isolation.
Είμαι έκπληκτος που δεν σε βάλατε σε καραντίνα.
-
απονόνωση
femininechemistry: separation of a component from a mixture
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μόνωση
- απομόνωση, μόνωση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " isolation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "isolation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απομόνωση χρηστών
-
Απομόνωση προνομίων περιβάλλοντος χρήστη
-
απομονωτής κραδασμών
-
Απομονωτής βρόχου γης
-
απομονωτής φορτίου
-
Ανίχνευση και απομόνωση βλάβης
-
απομονωμένοι χώροι αποθήκευσης
-
μετασχηματιστής απομόνωσης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη