Μετάφραση του "italic" σε Ελληνικά
Οι πλαγιος, πλάγιος χαρακτήρας, πλάγιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "italic" σε Ελληνικά.
italic
adjective
noun
γραμματική
(typography, of a typeface or font) Having letters that slant or lean to the right; oblique. [..]
-
πλαγιος
having a slant to the right
-
πλάγιος χαρακτήρας
masculinetypeface whose letters slant to the right
-
πλάγιος
adjectiveBold italic type indicates that the objectives have not been met.
Οι έντονοι πλάγιοι χαρακτήρες σημαίνουν ότι οι στόχοι δεν έχουν επιτευχθεί.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Επισεσυρμένη γραφή
- πλάγια
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " italic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Italic
adjective
proper
noun
γραμματική
Of or relating to the Italian peninsula. [..]
-
Ιταλικά
noun -
Ιταλική γλώσσα
noun
Εικόνες με "italic"
Φράσεις παρόμοιες με "italic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πλάγια γραφή
-
Ιταλικά · Ιταλική γλώσσα
-
πλάγια γραφή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη