Μετάφραση του "iterate" σε Ελληνικά
Το επαναλαμβάνω είναι η μετάφραση του "iterate" σε Ελληνικά.
iterate
adjective
verb
noun
γραμματική
(computing, mathematics) to perform or repeat an action on each item in a set or on the results of each such prior action [..]
-
επαναλαμβάνω
verbTo execute one or more statements or instructions repeatedly. Statements or instructions so executed are said to be in a loop.
I must re-iterate my opposition to this maneuver...
Πρέπει να επαναλάβω την αντίθεσή μου σ'αυτόν τον ελιγμό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " iterate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "iterate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Επανάληψη
-
διαδοχικές προσεγγίσεις · επανάληψη
-
επαναληπτικός
-
δοκιμή φάσης επαναληπτικής διαδικασίας
-
σχέδιο φάσης επαναληπτικής διαδικασίας
-
επαναλαμβάνω
-
επαναληψιμότητα
-
προϋπολογισμός φάσης επαναληπτικής διαδικασίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη