Μετάφραση του "itinerary" σε Ελληνικά
Οι δρομολόγιο, διαδρομή, δρομολόγιο διαδρομή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "itinerary" σε Ελληνικά.
itinerary
adjective
noun
γραμματική
A route or proposed route of a journey. [..]
-
δρομολόγιο
noun neuterroute of a journey
If you all gather around, I'll give our itinerary.
Αν μαζευτείτε όλοι θα σας δώσω το δρομολόγιο μας.
-
διαδρομή
noun feminineAt the very least, they need to alter his itinerary, change the venue.
Τουλάχιστον, θα πρέπει να αλλάξουν το πρόγραμμά του, να αλλάξουν τη διαδρομή.
-
δρομολόγιο διαδρομή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " itinerary " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη