Μετάφραση του "joint" σε Ελληνικά
Οι άρθρωση, τσιγαριλίκι, αρμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "joint" σε Ελληνικά.
Done by two or more people or organisations working together. [..]
-
άρθρωση
noun femininepart of the body where bones join [..]
Increase friction at the gimbal joint until the upper leg does not move due to gravity.
Αυξήστε την τριβή στην άρθρωση καρδανικού αναρτήρα έως ότου είναι αδύνατη η κίνηση του μηρού λόγω βαρύτητας.
-
τσιγαριλίκι
noun neutermarijuana cigarette [..]
I'm more interested in this picture of you holding a joint.
Με ενδιαφέρει η φώτο που κρατάτε το τσιγαριλίκι.
-
αρμός
noun masculinepoint of a rigid joint, means of joining in carpentry [..]
When a train goes off the tracks, not one joint will resist.
Όταν εκτροχιάζεται ένα τρένο, δεν μένει ούτε ένας αρμός.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κλείδωση
- γάρο
- μπάφος
- κέρατο
- φυλακή
- στενή
- ένωση
- σύνδεσμος
- συλλογικός
- συνδυασμένος
- συντονισμένος
- κοινός
- Άρθρωση
- σύνδεση
- στέκι
- καταγώγιο
- τσαρδί
- φαγάδικο
- κουτούκι
- συνδεδεμένος
- σύναψη
- τεκές
- πανδοχείο
- λαϊκή ταβέρνα
- συν-
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " joint " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Κοινός, ένωση
"JOINT" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το JOINT στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "joint"
Φράσεις παρόμοιες με "joint" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επίπεδη διάρθρωση
-
κοινό όργανο ΕΟΧ
-
κυτίο σύνδεσης
-
κοινή επιχείρηση · κοινή επιχείρηση ΕΚΑΕ
-
κοινής συνιδιοκτησίας με
-
άρθρωση του αγκώνα · αγκώνας
-
αρμό διαστολής
-
Κοινός στρατού-ναυτικού