Μετάφραση του "joystick" σε Ελληνικά

Οι πηδάλιο, χειριστήριο, Χειριστήριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "joystick" σε Ελληνικά.

joystick verb noun γραμματική

A mechanical device consisting of a handgrip mounted on a base or pedestal and typically having one or more buttons, used to control an aircraft, computer or other equipment. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πηδάλιο

    noun neuter

    mechanical control device

    Hold the joystick one way and the pedal the other.

    Θα πρέπει να κρατώ το τιμόνι απ'τη μία πλευρά και το πηδάλιο απ'την αλλή.

  • χειριστήριο

    and press the joystick forward, and fly around the planet.

    και θα κινήσουμε το χειριστήριο μπροστά και θα πετάξουμε στον πλανήτη.

  • Χειριστήριο

    input device consisting of a stick that pivots on a base

    and press the joystick forward, and fly around the planet.

    και θα κινήσουμε το χειριστήριο μπροστά και θα πετάξουμε στον πλανήτη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " joystick " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "joystick"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "joystick" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη