Μετάφραση του "jump" σε Ελληνικά
Οι πηδάω, πηδώ, σαλτάρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "jump" σε Ελληνικά.
jump
adjective
Verb
verb
noun
adverb
γραμματική
(obsolete) exactly; precisely [..]
-
πηδάω
verbengage in sexual intercourse [..]
If what you want is oblivion, then jump.
Αν αυτό που αποζητάς είναι η λήθη, τότε πήδα.
-
πηδώ
verbΕκτοξεύομαι γρήγορα προς τα πάνω έτσι ώστε το σώμα βρίσκεται στον αέρα χάρη στη φόρα.
You just told me not to jump to a conclusion.
Μου είπες να μην πηδώ σε εικασίες.
-
σαλτάρω
verbemploy a parachute to leave an aircraft or elevated location [..]
Give me the address, I jump on the first train.
Δώσε μου τη διεύθυνση, και θα σαλτάρω στο πρώτο τρένο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πήδημα
- άλμα
- σάλτο
- σαλντώ
- καταρράκτης
- αλεξίπτωτο
- χοροπηδώ
- κενό σε επιχείρημα
- χάσμα σε επιχείρημα
- αναπήδηση
- αγνοώ
- ξεχωρίζω
- υπερπηδώ
- ανεβαίνω
- εξέχω
- αλεξιπτωτισμός
- αναπηδώ
- προσπερνώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " jump " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Jump
-
Άλμα
-
Πηδώ, αγνοώ
Εικόνες με "jump"
Φράσεις παρόμοιες με "jump" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φασόλι γένους sebastiniana
-
αλλαγή παραγράφου
-
ακολουθώ το ρεύμα · ανεβαίνω στο τρένο · μπαίνω στον χορό · προσδένομαι στο άρμα (+Γεν.)
-
μπουστάκι
-
δεν έχω πέραση · μένω στα αζήτητα · χάνω το παιχνίδι τής δημοτικότητας
-
άλμα εις μήκος
-
Άλμα εις ύψος · άλμα εις ύψος · άλμα σε ύψος
-
Άλμα με σκι · χιονοδρομικό άλμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη