Μετάφραση του "jurisprudence" σε Ελληνικά
Οι νομολογία, νομικά, νομική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "jurisprudence" σε Ελληνικά.
(law) The philosophy, science, and study of law and decisions based on the interpretation thereof [..]
-
νομολογία
noun feminineThe science or philosophy of law.
Furthermore, the jurisprudence of the Court of Justice provides only limited guidance.
Επιπλέον, η νομολογία του Δικαστηρίου παρέχει μόνο περιορισμένη καθοδήγηση.
-
νομικά
adjectiveThis had never previously been formulated in jurisprudence or in our legal system.
Αυτό δεν είχε διατυπωθεί ποτέ στο παρελθόν στη νομολογία ή στο νομικό μας σύστημα.
-
νομική
adjectiveThis had never previously been formulated in jurisprudence or in our legal system.
Αυτό δεν είχε διατυπωθεί ποτέ στο παρελθόν στη νομολογία ή στο νομικό μας σύστημα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δίκαιο
- νομοθεσία
- νόμος
- Νομική
- νομική επιστήμη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " jurisprudence " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate