Μετάφραση του "jury" σε Ελληνικά

Οι ένορκος, ένορκοι, Ένορκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "jury" σε Ελληνικά.

jury adjective verb noun γραμματική

(law) A group of individuals chosen from the general population to hear and decide a case in a court of law. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ένορκος

    noun

    These are the names of three people with whom he served on the jury.

    Αυτά είναι τα ονόματα τριών ανθρώπων με τα οποία ήταν ένορκος.

  • ένορκοι

    noun

    The jury found the defendant guilty.

    Οι ένορκοι βρήκαν τον κατηγορούμενο ένοχο.

  • Ένορκος

    sworn body of people convened to render a verdict officially submitted to them by a court, or to set a penalty or judgment

    These are the names of three people with whom he served on the jury.

    Αυτά είναι τα ονόματα τριών ανθρώπων με τα οποία ήταν ένορκος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κριτική επιτροπή
    • ορκωτό δικαστήριο
    • σώμα ενόρκων
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " jury " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "jury"

Φράσεις παρόμοιες με "jury" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ορκωτό δικαστήριο · προδικαστικό συμβούλιο ενόρκων · σώμα ενόρκων
  • δεν έχει βγει απόφαση (ακόμα) · δεν έχει ληφθεί τελική απόφαση (ακόμα)
  • δικαστήριο ενόρκων · ορκωτό δικαστήριο
  • ένορκοι σε αδιέξοδο · διχασμένο σώμα ενόρκων
  • κοινοτικό corpus juris
  • Ιουστινιανός Κώδικας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "jury" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη