Μετάφραση του "juvenility" σε Ελληνικά

Το νεότητα είναι η μετάφραση του "juvenility" σε Ελληνικά.

juvenility noun γραμματική

The state or quality of being juvenile [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • νεότητα

    noun

    I met the section manager for the juvenile unit last week.

    Συνάντησα τον διεθυντή τομέα για τον τομέα νεότητας την προηγούμενη εβδομάδα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " juvenility " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "juvenility" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • έφηβη · έφηβος · ανήλικος · ανώριμος · νέος · νεανίας · νεανικός · νεαρός · παιδικός
  • δικαστήριο ανηλίκων
  • νέος · νεανίας · νεαρός
  • εγκληματική συμπεριφορά των νέων · νεανική παραβατικότητα · παραβατικότητα ανηλίκων
  • πολιτική νεολαία
  • σώμα ανήλικου
  • έφηβη · έφηβος · ανήλικος · ανώριμος · νέος · νεανίας · νεανικός · νεαρός · παιδικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "juvenility" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη