Μετάφραση του "kerosene" σε Ελληνικά

Οι κηροζίνη, πετρέλαιο, Κηροζίνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kerosene" σε Ελληνικά.

kerosene noun γραμματική

(US) A petroleum based thin and colorless fuel; (UK) paraffin. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κηροζίνη

    noun

    A thin oil distilled from petroleum or shale oil, used as a fuel for heating and cooking, in lamps, and as a denaturant for alcohol.

    That is why the introduction of a tax on kerosene within the Union is urgently required.

    Επιβάλλεται η ταχεία καθιέρωση στην Ένωση μιας φορολογίας για την κηροζίνη.

  • πετρέλαιο

    noun neuter

    Before I could get to her and help her up, a kerosene lamp hit the wall and exploded.

    Πριν προλάβω να φτάσω κοντά της και να την βοηθήσω μία λάμπα πετρελαίου χτύπησε στον τοίχο και εξερράγη.

  • Κηροζίνη

    combustible hydrocarbon liquid

    Reference kerosene: mixture of 50 % by volume of n-octane and 50 % by volume of n-decane.

    Κηροζίνη αναφοράς: μείγμα ίσων όγκων n-οκτανίου και n-δεκανίου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kerosene " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kerosene" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη