Μετάφραση του "key" σε Ελληνικά
Οι κλειδί, πλήκτρο, βασικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "key" σε Ελληνικά.
key
adjective
verb
noun
γραμματική
An object designed to open and close a lock. [..]
-
κλειδί
noun neuterdevice designed to open and close a lock [..]
She looked in her bag for the key of the house, but could not find it.
Κοίταξε στην τσάντα της για το κλειδί του σπιτιού, αλλά δεν μπόρεσε να το βρει.
-
πλήκτρο
noun neuterbutton on a typewriter or computer keyboard [..]
Yes, of course I know what a shift key is.
Ναι, φυσικά ξέρω ποιο πλήκτρο είναι το shift.
-
βασικός
adjectiveBut the key goal here is to protect them from Drill.
Αλλά ο βασικός στόχος είναι για να τα προστατεύσουμε από τον Ντρίλ.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καίριος
- ζωτικός
- λύση
- νευραλγικός
- κιλό
- μουσικό κλειδί
- χαρακτήρας αναγνώρισης δεδομένων
- κλείς
- λέξη κλειδί
- κεντρικός
- μοχλός
- απάντηση
- σφήνα
- περιγράφω
- οδηγός
- χιλιόγραμμο
- κατάλογος
- απαραίτητη προϋπόθεση
- κεντρική πέτρα καμάρας
- κύριος, -α, -ο
- σημαίνων, -ουσα, -ον
- χαρακώνω (αμάξι)
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " key " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Key
proper
noun
A surname. [..]
-
Βασικός, θεμελιώδης, κύριος
-
Κλειδί, κλείδα , πλήκτρο, διεγείρω, βασικός
Εικόνες με "key"
Φράσεις παρόμοιες με "key" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βασική έννοια · βασικός όρος · λέξη κλειδί · λέξη-κλειδί
-
Μηχανισμός διανομής κλειδών
-
Διαμόρφωση μετατόπισης πλάτους
-
νησί
-
μπρελόκ
-
δακτύλιος κλειδιών · κλειδοθήκη · κρίκος · μπρελόκ
-
εμπλουτισμένη χρήση κλειδιού
-
Διαμόρφωση μετατόπισης πλάτους
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη