Μετάφραση του "keystone" σε Ελληνικά

Οι θεμέλιο, στυλοβάτης, Σφηνόλιθος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "keystone" σε Ελληνικά.

keystone verb noun γραμματική

(architecture) The top stone of an arch. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θεμέλιο

    noun

    The preliminary ruling procedure is undoubtedly the keystone of the Community's legal order.

    Η διαδικασία των προδικαστικών ερωτημάτων αποτελεί χωρίς αμφιβολία τον θεμέλιο λίθο του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

  • στυλοβάτης

    noun
  • Σφηνόλιθος

    Now, where's the keystone?

    Πού είναι ο σφηνόλιθος;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ακρογωνιαίος λίθος
    • μοχλός
    • κεντρική πέτρα καμάρας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " keystone " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Keystone proper

A census-designated place in Colorado. [..]

+ Προσθήκη

"Keystone" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Keystone στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "keystone" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη