Μετάφραση του "kick" σε Ελληνικά
Οι κλοτσιά, κλοτσώ, λάκτισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kick" σε Ελληνικά.
kick
verb
noun
γραμματική
(transitive) To strike or hit with the foot or other extremity of the leg. [..]
-
κλοτσιά
noun feminineThat would be due to the trauma of the kick.
Θα μπορούσε να οφείλεται στο τραύμα από την κλοτσιά.
-
κλοτσώ
verb -
λάκτισμα
noun neuterI'll drop kick you from here to Miami!
Θα λάκτισμα πτώση θα από εδώ και στο Μαϊάμι!
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κλωτσιά
- βάζω
- πέναλτι
- κλοτσάω
- ευχαρίστηση
- πεθαίνω
- δύναμη αντοχής
- ζωτικότητα
- ισχύς
- κορίτσι
- τελευταία μόδα
- κλωτσώ
- λακτίζω
- συγκίνηση
- αποθνήσκω
- αποβιώνω
- παραπονιέμαι
- κλοτσοπατινάδα
- «τορπιλίζω»
- το κάτι άλλο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kick " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "kick"
Φράσεις παρόμοιες με "kick" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Εναρκτήρια συνάντηση, συνέλευση
-
χτυπιέμαι
-
Πέναλτι (ποδόσφαιρο) · η εσχάτη των ποινών · πέναλτι
-
γαμάω · διαλύω
-
αποβάλλω · βγάζω · διώχνω · πετάω έξω · χαλάω
-
εναρκτήριο λάκτισμα · κηρύσσω την έναρξη [+Γεν.] · ξεκινώ
-
κάνω φασαρία
-
υποβιβάζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη