Μετάφραση του "kielbasa" σε Ελληνικά

Οι λουκάνικο, σαλάμι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kielbasa" σε Ελληνικά.

kielbasa noun γραμματική

A spicy, smoked sausage of a particular kind. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λουκάνικο

    noun neuter

    I wouldn't eat another kielbasa if it meant world peace.

    Δεν θα έτρωγα άλλο καπνιστό λουκάνικο ακόμα κι αν έφερνε την παγκόσμια ειρήνη.

  • σαλάμι

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kielbasa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "kielbasa"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kielbasa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη