Μετάφραση του "kindhearted" σε Ελληνικά

Το καλόκαρδος είναι η μετάφραση του "kindhearted" σε Ελληνικά.

kindhearted adjective γραμματική

Having an innately kind disposition or character. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλόκαρδος

    having an innately kind disposition or character

    But he's also the most loyal, kindhearted rooster you'll ever meet.

    Είναι όμως ο πιο πιστός και καλόκαρδος κόκορας που υπάρχει στον κόσμο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kindhearted " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kindhearted" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη