Μετάφραση του "kneeling" σε Ελληνικά
Οι γονατιστά, γονατιστός, Προσκύνηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kneeling" σε Ελληνικά.
kneeling
noun
verb
γραμματική
Present participle of kneel . [..]
-
γονατιστά
adverb -
γονατιστός
adjectiveIt's funny to be kneeling here at your feet talking about beer.
Είναι περίεργο να είμαι γονατιστός στα πόδια σου και να μιλάω για μπύρα.
-
Προσκύνηση
human position where one or both knees touch the ground
Kneeling may denote obeisance or recognition of a superior’s high position.
Το γονάτισμα μπορεί να υποδηλώνει προσκύνηση ή αναγνώριση της υψηλής θέσης που κατέχει ένας ανώτερος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kneeling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "kneeling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γονατίζω · γονατίσει · προσκυνώ
-
γονατισμένος
-
γονατίζω μπροστά σε · προσκυνώ
-
γονατίζω
-
γονατίζω
-
γονατίζω · γονατίσει · προσκυνώ
-
γονατίζω · γονατίσει · προσκυνώ
-
γονατίζω · γονατίσει · προσκυνώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη