Μετάφραση του "knife" σε Ελληνικά

Οι μαχαίρι, μαχαιρώνω, λεπίδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "knife" σε Ελληνικά.

knife verb noun γραμματική

A utensil or a tool designed for cutting, consisting of a flat piece of hard material, usually steel or other metal (the blade), usually sharpened on one edge, attached to a handle. The blade may be pointed for piercing. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαχαίρι

    noun neuter

    utensil or tool designed for cutting [..]

    Tom had a knife in his hands.

    Ο Τομ είχε ένα μαχαίρι στα χέρια του.

  • μαχαιρώνω

    verb

    to use a knife to injure or kill

    No, me I can take down a raptor climb a hundred foot tree or knife a snake at twenty paces.

    Όχι, εγώ μπορώ να φέρω κάτω έναν Ράπτορα, ανεβαίνοντας σε ένα δέντρο εκατό ποδιών, ή μαχαιρώνω ένα φίδι σε είκοσι βήματα.

  • λεπίδα

    noun feminine

    any blade-like part designed for cutting

    The blade of the knife was still in her throat.

    Η λεπίδα του μαχαιριού ήταν ακόμη στον λαιμό της.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μαχαιρι
    • Μαχαίρι
    • μάχαιρα
    • μαχαιροβγάλτης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " knife " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Knife
+ Προσθήκη

"Knife" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Knife στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "knife"

Φράσεις παρόμοιες με "knife" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "knife" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη