Μετάφραση του "knockout" σε Ελληνικά

Οι νοκ άουτ, νοκ-άουτ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "knockout" σε Ελληνικά.

knockout adjective noun γραμματική

The act of making someone unconscious, or at least unable to come back on their feet within a certain period of time; a TKO. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • νοκ άουτ

    This guy's gonna be looking for a knockout.

    Αυτός ο τύπος θα προσπαθεί να σε βγάλει νοκ άουτ.

  • νοκ-άουτ

    This guy's gonna be looking for a knockout.

    Αυτός ο τύπος θα προσπαθεί να σε βγάλει νοκ άουτ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " knockout " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "knockout" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη