Μετάφραση του "knout" σε Ελληνικά

Οι μαστίγιο, κνούτο, μαστιγώνω με κνούτο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "knout" σε Ελληνικά.

knout verb noun γραμματική

A leather scourge (multi-tail whip), in the severe version known as 'great knout' with metal weights on each tongue, notoriously used in imperial Russia. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαστίγιο

    noun masculine
  • κνούτο

  • μαστιγώνω με κνούτο

  • καμουτσίκι

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " knout " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "knout" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη