Μετάφραση του "kohl" σε Ελληνικά
Οι κολ, ρίμελ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kohl" σε Ελληνικά.
kohl
verb
noun
γραμματική
A dark powder (stibnite) used as eye makeup, especially in Eastern countries. [..]
-
κολ
noun" The kohl stings "
Το άγγιγμα του κολ
-
ρίμελ
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kohl " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "kohl" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Χέλμουτ Κολ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη