Μετάφραση του "lacing" σε Ελληνικά
Οι κορδόνι, ξυλοδαρμός, ξυλοκόπημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lacing" σε Ελληνικά.
lacing
noun
verb
γραμματική
Present participle of lace. [..]
-
κορδόνι
noun neuterMy uncle's whole family was killed by an untied lace.
Όλη η οικογένεια του θείου μου, πέθανε από λυτό κορδόνι.
-
ξυλοδαρμός
noun -
ξυλοκόπημα
noun -
ξυλοφόρτωμα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lacing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "lacing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δέρνω · ξυλίζω
-
Δαντέλα · δένω · δαντέλα · κορδόνι · κορδόνια · νοθεύω
-
σκαρπίνι
-
δαντέλα μηχανής
-
-ούχος, -ος, -ο
-
κορδόνι παπουτσιών
-
παλιά δαντέλα
-
δαντέλα χειροποίητη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη